Τρίτη 11 Απριλίου 2017

Το τροπάριο της Κασσιανης

Το Τροπάριο της Κασσιανής

Το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης, ψάλλεται στις Εκκλησίες ο όρθρος της Μεγάλης Τετάρτης. Το τελευταίο τροπάριο στην ακολουθία είναι αυτό της ευσεβούς και λογίας ποιητρίας του Βυζαντίου, Κασσιανής.

Από τον βυζαντινό χρονογράφο Συμεών Μάγιστρο (990 μ.Χ) μαθαίνουμε ότι η Ευφροσύνη, μητέρα του αυτοκράτορα Θεόφιλου και κόρη του Κωνσταντίνου του ΣΤ’, στην προσπάθειά της να παντρέψη το γιο της, το έτος 830μ.Χ, διοργάνωσε στην μεγαλόπρεπη αίθουσα Τρικλίνιο των ανακτόρων της Κωνσταντινούπολης, μεγάλη σύναξη από τις πιο όμορφες κοπέλες της Αυτοκρατορίας. Η προσέλευση υπήρξε μεγάλη από «καλλίστας παρθένους». Κι όταν παρατάχθηκαν στη σειρά, καθισμένες πάνω σε πολυτελή ανάκλιντρα, ο αυτοκράτορας Θεόφιλος περιήλθε μπροστά τους να διαλέξη την μέλλουσα σύζυγό του και αυτοκράτειρα, δίνοντας σε όποια διάλεγε ένα χρυσό μήλο.

Η ομορφότερη ήταν η Κασσιανή, που η ομορφιά της θάμπωσε το νεαρό Θεόφιλο και σ’ αυτήν επρόκειτο να δώση το μήλο, σύμβολο της προτίμησής του. Θέλοντας όμως να διαπιστώση αν και η εξυπνάδα της ήταν ανάλογη με την ομορφιά της, της είπε: «Ως άρα δια γυναικός ερρύη τα φαύλα» («Από τη γυναίκα ξεκινούν τα κακά πράγματα»), υπονοώντας την Εύα. Η Κασσιανή όμως δεν ξαφνιάστηκε και θέλοντας να δείξη και την εξυπνάδα της απάντησε: «Αλλά και δια γυναικός πηγάζει τα κρείττονα» («Και από τη γυναίκα πηγάζουν τα καλύτερα, τα ευγενέστερα»), υπονοώντας την Παναγία, που έφερε στον κόσμο το μεγαλύτερο αγαθό.

Αυτή όμως η πράγματι έξυπνη απάντηση χαρακτηρίσθηκε από τον Θεόφιλο ότι περιείχε και κάποια προπέτεια και επιπολαιότητα, οπότε έδωσε το μήλο στην επίσης ωραία, αλλά και σεμνή Θεοδώρα.

Η Κασσιανή απογοητεύθηκε από την αποτυχία της και πήρε την απόφαση να αποτραβηχτή από τον κόσμο και να μονάση. Έκτισε με δικά της χρήματα ένα μοναστήρι, που πήρε αργότερα το όνομά της, ντύθηκε το μοναχικό σχήμα και αφιερώθηκε στη λατρεία του Χριστού και στην ποίηση, συνδυάζοντας έτσι τη βαθειά ευσέβεια και την κλίση της στα γράμματα. Λέγεται μάλιστα ότι μετά την αποτυχία της είπε: «Επειδή δεν έγινα βασίλισσα του προσκαίρου τούτου κόσμου, θα γίνω υπήκοος της αιωνίας Βασιλείας του Χριστού».

Εκεί στο μοναστήρι εκδηλώθηκε και το έμφυτο καλλλιτεχνικό της ταλέντο και το βαθύ θρησκευτικό της συναίσθημα συνθέτοντας εκκλησιαστικούς ύμνους, τροπάρια, Ιδιόμελα. Εκεί στην ήσυχη και υποβλητική ατμόσφαιρα του μοναστηριού συνέθεσε και το περίφημο Ιδιόμελο «Τροπάριο της Κασσιανής» από το όνομά της, που αργότερα η Ορθόδοξη Εκκλησία το καθιέρωσε ως Δοξαστικό των Αποστίχων του Όρθρου της Μεγάλης Τετάρτης.

Φαίνεται καθαρά ότι η Κασσιανή εμπνεύστηκε το Ιδιόμελο αυτό τροπάριο από τα λόγια των Ευαγγελιστών, που δεν αναφέρονται στη Μαρία τη Μαγδαληνή, όπως πολλοί πιστεύουν, αλλά στην ανώνυμη αμαρτωλή γυναίκα, τη μοιχαλίδα, που ο Χριστός έσωσε από βέβαιο λιθοβολισμό του έξαλλου πλήθους των Φαρισαίων για το ηθικό της παράπτωμα, με εκείνα τα λόγια Του: «Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω επ’ αυτήν». Και όταν αργότερα ο Ιησούς βρέθηκε στο σπίτι του Σίμωνα του Φαρισαίου του λεπρού, η αμαρτωλή εκείνη γυναίκα αισθάνεται την ανάγκη να πάη να εκφράση την ευγνωμοσύνη και αφοσίωσή της στον Σωτήρα Χριστό. Αγοράζει αρώματα, ντύνεται ταπεινά και σεμνά και ταπεινωμένη και συντετριμμένη, με δάκρυα στα μάτια, έρχεται και πλένει τα πόδια του Ιησού και τα σκουπίζει με τα ξέπλεκα μαλλιά της. Τα δάκρυά της εκείνα ήταν δάκρυα ελέους και συντριβής και κλαίει με πάθος να την ευσπλαχνιστή ο Θεός της αγάπης και της συγχώρεσης.

Το παραπάνω περιστατικό το αναφέρουν οι τρεις από τους τέσσερις Ευαγγελιστές.

Ο Λουκάς (ζ. 37-38) γράφει: «Και ιδού γυνή εν τη πόλει ήτις ην αμαρτωλός, και επιγνούσα ότι ανάκειται εν τη οικία του Φαρισαίου, κομίσασα αλάβαστρον μύρου και στάσα οπίσω παρά τους πόδας αυτού κλαίουσα, ήρξατο βρέχειν τους πόδας αυτού τοις δάκρυσι και ταις θριξί της κεφαλής αυτής εξέμασσε και κατεφίλει τους πόδας αυτού και ήλειφε τω μύρω».

Ο Ματθαίος (κστ`, 6-7): «Του δε Ιησού γενομένου εν Βηθανία εν οικία Σίμωνος του λεπρού, προσήλθεν αυτώ γυνή αλάβαστρον μύρου έχουσα βαρυτίμου, και κατέχεεν επί την κεφαλήν αυτού ανακειμένου».

Και ο Μάρκος (ΙΔ` 3) λέγει: «Και όντος αυτού εν Βηθανία εν τη οικία Σίμωνος του λεπρού, κατακειμένου αυτού ήλθε γυνή έχουσα αλάβαστρον μύρου νάρδου πιστικής πολυτελούς και συντρίψασα το αλάβαστρον κατέχεεν αυτού κατά της κεφαλής».

Και την πληγωμένη και πονεμένη καρδιά της Κασσιανής δεν ήταν δυνατόν να μην αγγίξη ο κραδασμός εκείνης της αμαρτωλής γυναίκας. Και διατυπώνει στο αριστουργηματικό εκείνο τροπάριο, που φέρει το όνομά της, με λυρική έξαρση και υποβλητικότητα τον δικό της ψυχικό κραδασμό.

Το Τροπάριο της Κασσιανής

Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή,

τὴν σὴν αἰσθομένη θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν,

ὀδυρομένη, μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει.

Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας,

ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος ἔρως τῆς ἁμαρτίας.

Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων,

ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ

κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας,

ὁ κλίνας τοὺς οὐρανοὺς τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει.

Καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας,

ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις

ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν,

κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη.

Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους

τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;

Μή με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος.

Σάββατο 8 Απριλίου 2017

Κυριακή των Βαΐων!!!! Η Κυριακή της Μεγάλης Εβδομάδας ονομάζεται έτσι, γιατί «μετά Βαΐων και κλάδων» έγινε η υποδοχή του Χριστού στα Ιεροσόλυμα.  Χαρακτηριστικό έθιμο της ημέρας είναι ο στολισμός των εκκλησιών με βάγια, ενώ μετά τη λειτουργία ο παπάς ευλογεί και δίνει στους πιστούς σταυρούς από βάγια, τους οποίους βάζουμε στα εικονίσματα ή όπου αλλού χρειαζόμαστε προστασία.

Χαρακτηριστικό έθιμο της ημέρας είναι ο στολισμός των εκκλησιών με βάγια, ενώ μετά τη λειτουργία ο παπάς ευλογεί και δίνει στους πιστούς σταυρούς από βάγια, τους οποίους βάζουμε στα εικονίσματα ή όπου αλλού χρειαζόμαστε προστασία.

Στις φωτό από τον ιερό Ναό της Παναγίας Ναυπλίου και τον ιερό Ναό της Αγίας Τριάδος όπου από την παραμονή των Βαίων, γυναίκες μαζεύονται και κόβουν τα βάγια και τα ετοιμάζουν για την εορτή.

Την Κυριακή των Βαΐων είναι έθιμο να τρώμε ψάρι.

Ο Χριστός εισέρχεται στα Ιεροσόλυμα «επί πώλον όνου». Πορεύεται και οι Ισραηλίτες τον υποδέχονται με τιμές ως Βασιλιά. Εκείνος δεν δίνει ιδιαίτερη σημασία στις τιμές, δεν περιορίζεται στο πανηγύρι, στην πρόσκαιρη δόξα, αλλά προχωρεί στο σταυρό και την Ανάσταση.

Η είσοδος του Χριστού στα Ιεροσόλυμα είναι τελικά η είσοδος του μαρτυρίου στην επίγεια ζωή του Κυρίου.

Σε λίγες ημέρες θα μαρτυρήσει και θα θανατωθεί στο σταυρό, για να θανατώσει το θάνατο και να χαρίσει τη ζωή.

ΕΘΙΜΑ

Την Κυριακή των Βαΐων, σε ανάμνηση της θριαμβευτικής εισόδου του Χριστού στα Ιεροσόλυμα, όλοι οι ναοί στολίζονται με κλαδιά από βάγια, από φοίνικες δηλαδή ή από άλλα νικητήρια φυτά, όπως δάφνη, ιτιά, μυρτιά και ελιά. Μετά τη λειτουργία μοιράζονται στους πιστούς.

Η εκκλησία μας καθιέρωσε ήδη από τον 9ο αιώνα το έθιμο αυτό μια και όπως αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης «όχλος πολύς…έλαβον τα βαΐα των φοινίκων και εξήλθον εις υπάντησιν αυτώ».

Στα πρώτα χριστιανικά χρόνια, στα Ιεροσόλυμα, ο επίσκοπος έμπαινε στην πόλη «επί πώλου όνου», αναπαριστάνοντας το γεγονός, ενώ στα βυζαντικά γινόνταν «ο περίπατος του αυτοκράτορα», από το Παλάτι προς τη Μεγάλη Εκκλησία.

Στη διαδρομή αυτή ο αυτοκράτορας μοίραζε στον κόσμο βάγια και σταυρούς και ο Πατριάρχης σταυρούς και κεριά. Με τα βάγια οι πιστοί στόλιζαν τους τοίχους των σπιτιών και το εικονοστάσι τους. Και σήμερα ακόμα όλες οι εκκλησίες στολίζονται με δαφνόφυλλα ή βάγια.

Τα παλιότερα χρόνια τους τα προμήθευαν τα νιόπαντρα ζευγάρια της χρονιάς ή και μόνο οι νιόπαντρες γυναίκες, για το καλό του γάμου τους. Πίστευαν πως η γονιμοποιός δύναμη που κρύβουν τα φυτά αυτά θα μεταφερόταν και στις ίδιες και η μια χτυπούσε την άλλη με τα βάγια.

Τα “βαγιοχτυπήματα” σιγά-σιγά άρχισαν να γίνονται και από τις άλλες γυναίκες και τα παιδιά τις μιμούνταν και όπως χτυπιούνταν μεταξύ τους εύχονταν: “Και του χρόνου, να μη σε πιάν’ η μυίγα”. Δυνάμεις ιαματικές και αποτρεπτικές, μαζί με τις γονιμοποιές, αποδίδονταν στα βάγια και γι αυτό έπρεπε μετά την εκκλησία όλα να τα “βατσάσουν” για το καλό. Τα δέντρα, τα περβόλια, τα κλήματα, τις στάνες, τα ζώα, τους μύλους, τις βάρκες.

Από ένα κλαδάκι κρεμούσαν στα οπωροφόρα, για να καρπίζουν και στα κηπευτικά, για να μην τα πιάνει το σκουλήκι. “Μέσα βάγια και χαρές, όξω ψύλλοι, κόριζες !” ‘Ολα εξαφανίζονταν από τα σπίτια μόλις μπαίναν τα βάγια. Κρατούσαν την πρώτη θέση στο εικονοστάσι και μ’ αυτά “κάπνιζαν” οι γυναίκες τα παιδιά για το “κακό το μάτι”. Στη Λέσβο τα παιδιά, μετά την εκκλησία, στόλιζαν ένα δεμάτι από κλαδιά δάφνης με κόκκινα ή πράσινα πανάκια από καινούργιο φουστάνι, κρεμούσαν κι ένα κουδούνι και καθώς πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι ψάλλοντας και λέγοντας εξορκισμούς για τους ψύλλους και τα ποντίκια, έδιναν και ένα κλαράκι δάφνης στη νοικοκυρά.

Στο τέλος ζητούσαν και το χάρισμά τους: “Χρόνια πολλά, εν ονόματι Κυρίου, δό μ’ τ’ αυγό να φύγω.” Στην Ανατολική Ρωμυλία, τα κορίτσια έφτιαχναν με τα βάγια στεφάνια, τους έδεναν μια κόκκινη κλωστή και τραγουδώντας όλες μαζί πήγαιναν και τα πέταγαν στο ρέμα κι όπως έπαιρνε τα στεφάνια το νερό, όποιας πήγαινε μπροστά εκείνη θα γινόταν “συντέκνησσα”.

Πρώτη στο γυρισμό, πρώτη στο χορό και στο δικό της σπίτι η μάνα της θα έφτιαχνε τα φασόλια και θα τις φίλευε όλες, μαζί με ελιές.

Στη Τήνο, την Κυριακή των Βαΐων, τα παιδιά τριγύριζαν στους δρόμους κρατώντας μαζί με το στεφάνι τους την “αργινάρα”, μια ξύλινη ή και σιδερένια ροκάνα που τη στριφογύριζαν με δύναμη. Μέσα σε εκκωφαντικό θόρυβο κατέληγαν στη θάλασσα, όπου πετούσαν στο στεφάνι στο νερό.

Το έθιμο της περιφοράς των κλαδιών θυμίζει την “ειρεσιώνη”, το στολισμένο με καρπούς κλαδί, που στις γιορτές της άνοιξης περιέφεραν στους δρόμους τα παιδιά, στην αρχαιότητα. Τα βάγια τα έπλεκαν σε πάρα πολλά σχέδια: φεγγάρια, πλοία, γαϊδουράκια, το πιο συνηθισμένο όμως ήταν ο σταυρός.

Σε μερικά μέρη τους έδιναν το σχήμα του ψαριού. Ψάρι είχαν σαν σημάδι αναγνώρισης οι πρώτοι χριστιανοί, η λέξη ΙΧΘΥΣ, εξάλλου, προέρχεται από τα αρχικά Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ.

Αν και είναι εκόμα σαρακοστή, η εκκλησία την Κυριακή των Βαϊων επιτρέπει το ψάρι.

Έτσι και το τραγούδι των παιδιών λέει: “Βάγια, Βάγια των βαγιών, τρώνε ψάρι και κολιό, κι ως την άλλη Κυριακή με το κόκκινο αυγό ! ” Αναγράφει το Ωρολόγιο: Πέντε μέρες προ του Νομικού Πάσχα, ερχόμενος ο Ιησούς από τη Βηθανία στα Ιεροσόλυμα, έστειλε δύο από τους μαθητές του και του έφεραν ένα ονάριο και αφού κάθισε πάνω του εισερχόταν στη πόλη.

Ο λαός μόλις άκουσε ότι έρχεται ο Ιησούς (είχαν μάθει και τα περί αναστάσεως του Λαζάρου) έλαβαν στα χέρια τους βάϊα από φοίνικες και πήγαν να τον προϋπαντήσουν. Άλλοι με τα ρούχα τους, άλλοι έκοβαν κλαδιά από τα δένδρα και τα έστρωναν στο δρόμο όπου διερχόταν ο Κύριος και τον ακολουθούσαν.

Ακόμα και τα νήπια τον προϋπάντησαν και όλοι μαζί φώναζαν: Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου, ο βασιλεύς του Ισραήλ (Ιωαν.ιε΄). Αυτή τη λαμπρή και ένδοξο πανήγυρη της εισόδου στα Ιεροσόλυμα του Κυρίου εορτάζομε αυτή τη Κυριακή.

Σήμαιναν δε τα βάϊα, οι κλάδοι των φοινίκων, τη κατά του διαβόλου και του θανάτου νίκη του Χριστού. Το δε Ωσαννά ερμηνεύεται σώσον παρακαλώ. Το δε πωλάριο της όνου και το κάθισμα του Ιησού πάνω του, ζώου ακάθαρτου κατά τον νόμο τους, σήμαινε τη πρώην ακαθαρσία και αγριότητα των εθνών και την μετά από λίγο υποταγή αυτών στο άγιο Ευαγγέλιο.

Η Εκκλησία μας ψάλλει:
Αφού ταφήκαμε μαζί με Σε, Χριστέ και Θεέ μας, δια του βαπτίσματός μας (το οποίο είναι τύπος του θανάτου Σου και της ταφής Σου), αξιωθήκαμε δια της αναστάσεώς Σου να εισέλθωμε στην αθάνατο ζωή της Βασιλείας Σου. Γι’ αυτό υμνούντές Σε, κράζομε: Βοήθησέ μας και σώσε μας, Συ, που ως Θεός κατοικείς στα ύψιστα μέρη του Ουρανού. Άς είσαι ευλογημένος Συ, που έρχεσαι απεσταλμένος από τον Κύριο!

Σάββατο τού Λαζάρου

Το Σάββατο του Λαζάρου ή Λαζαροσάββατο είναι η μέρα πριν από την Κυριακή των Βαΐων. Την ημέρα αυτή εορτάζεται η ανάσταση του Λαζάρου από τη Βηθανία, ένα γεγονός το οποίο περιγράφεται στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον.

Το Σάββατο του Λαζάρου και η Κυριακή των Βαΐων έχουν τη μοναδική θέση στο εκκλησιαστικό έτος ως μέρες χαράς ανάμεσα στη Μεγάλη Σαρακοστή και το θρήνο της Μεγάλης Εβδομάδας.

Ο Λάζαρος ήταν αδελφός της Μάρθας και της Μαρίας και όταν αρρώστησε βαριά και πέθανε, ήταν μόλις 30 χρονών.

Σύμφωνα με την Καινή Διαθήκη (Ιωάννου ια’ 1-44), μια μέρα ο Λάζαρος αρρώστησε βαριά και πέθανε. Οι αδελφές του ειδοποίησαν τον Ιησού που βρισκόταν στη Γαλιλαία αλλά εκείνος καθυστέρησε. Μάλιστα αναφέρεται ότι καθυστέρησε εσκεμμένα να φτάσει και ότι παρά το δυσάρεστο νέο περίμενε δύο ημέρες και μετά αναχώρησε.

Στους μαθητές του είπε ότι ο φίλος του κοιμήθηκε και ότι θα μεταβεί στη Βηθανία για να τον ξυπνήσει. Όταν τελικά έφτασε στη Βηθανία με τους μαθητές του, η Μαρία του παραπονέθηκε ότι αν ερχόταν εγκαίρως δεν θα πέθαινε ο αδελφός της.

Ο Ιησούς τότε δάκρυσε και ζήτησε να τον οδηγήσουν στον τάφο. Παρά το γεγονός ότι προειδοποιήθηκε πως η οσμή θα ήταν ανυπόφορη, περίμενε να ανοίξει η είσοδος του τάφου και υψώνοντας φωνή μεγάλη είπε: «Λάζαρε δεύρο έξω».

Ο Χριστός ανέστησε τον Λάζαρο τέσσερις ημέρες μετά τον θάνατό του -εξού και ο χαρακτηρισμός «Τετραήμερος»- προκαλώντας τον θαυμασμό όσων βρίσκονταν μπροστά στο περιστατικό.

Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2016

Η Νηστεία των Χριστουγέννων και το Σαρανταλείτουργο

15 Νοεμβρίου από σήμερον άρχεται η τεσσαρακονθήμερος νηστεία των Χριστουγέννων...
Επιτρέπεται εκτός Τετάρτης και Παρασκευής, μέχρι 17ης Δεκεμβρίου, από 18-24 κατάλυσις οίνου καί ελαίου (Ράλλη- Ποτλη, Σύνταγμα Ιερών Κανόνων, Τόμος Δ' σελ.488, πρβλ. Πηδάλιον, Αθήναι 1841, υποσ, είς ερμηνεία του ΞΘ'κανόνος Αγ. Αποστόλων).

Στὶς 15 Νοεμβρίου ἀρχίζει ἡ νηστεία τῶν Χριστουγέννων. Πρόκειται γιὰ μιὰ περίοδο ἔντονης πνευματικῆς ἐργασίας καὶ ψυχοσωματικῆς προετοιμασίας γιὰ τὸν ἑορτασμό τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου.
Ἀπὸ τὶς 15 Νοεμβρίου ἕως τὶς 17 Δεκεμβρίου (κατ’ ἄλλη παράδοση ἕως τὶς 12 Δεκεμβρίου) νηστεύουμε τὸ κρέας, τὰ γαλακτομικά καὶ τὰ αὐγά καὶ τρῶμε ψάρι (ἐκτὸς βεβαίως Τετάρτης καὶ Παρασκευῆς, ποὺ νηστεύουμε αὐστηρά). Μετὰ τὶς 17 (ἢ 12) Δεκεμβρίου νηστεύουμε καὶ τὸ ψάρι.
Ἡ νηστεία ὅμως κατὰ τὴν ὑπόδειξη τοῦ Κυρίου μας ἔχει νόημα, ὅταν συνδυάζεται μὲ προσευχὴ καὶ ἐλεημοσύνη. Γιὰ τὸ λόγο αὐτό, ἡ Ἐκκλησία μὲ τὴν ἔναρξη τῆς νηστείας μᾶς προσκαλεῖ σὲ ἐντονότερη λειτουργικὴ ζωή καὶ ἀγαθοεργία.
Ἔτσι, ἡ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση προβλέπει γιὰ τὴν περίοδο αὐτὴ τὴν καθημερινὴ -ἂν οἱ συνθῆκες τὸ ἐπιτρέπουν- τέλεση τῆς θείας λειτουργίας, τὴν τέλεση δηλαδὴ σαρανταλείτουργου.
Ἡ τέλεση τοῦ σαρανταλείτουργου ἀποτελεῖ πολὺ μεγάλη εὐλογία. Εἶναι μιὰ θαυμάσια εὐκαιρία γιὰ βίωση τὴς μυστηριακῆς καὶ λατρευτικῆς ζωῆς, γιὰ ἐπαφὴ μὲ τὸν πλοῦτο τῆς ὑμνολογίας καὶ τῆς ἀκροάσεως τῶν θείων Γραφῶν, γιὰ συχνότερη θεία κοινωνία, γιὰ συχνότερη συγκρότηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας.
Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος μᾶς λέει: «Σπουδάζετε πυκνότερον συνέρχεσθαι εἰς εὐχαριστίαν θεοῦ καὶ εἰς δόξαν. Ὅταν γὰρ πυκνῶς ἐπὶ τὸ αὐτὸ γίνεσθε, καθαιροῦνται οἱ δυνάμεις τοῦ σατανᾶ καὶ λύεται ὁ ὄλεθρος αὐτοῦ», δηλαδὴ «Προσπαθεῖστε μὲ σπουδὴ νὰ ἔρχεσθε ὅλοι μαζί στὴ Σύναξη τῆς Θείας Εὐχαριστίας (Θεία Λειτουργία), γιὰ νὰ εὐχαριστεῖτε τὸν Θεὸ καὶ νὰ Τὸν δοξολογεῖτε. Διότι ὅταν συχνά ἔρχεσθε στὴ Σύναξη τῆς Θείας Εὐχαριστίας (Θεία Λειτουργία), συντρίβονται οι δυνάμεις του σατανᾶ καί λύεται κάθε ὀλέθρια ἐνέργεια του».
Ἡ δύναμη τῆς Θείας Λειτουργίας δὲν εἶναι μαγική. Εἶναι ἡ δύναμη τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἑνότητας ἐν Χριστῷ. Ἡ Θεία Λειτουργία μᾶς μαθαίνει νὰ συγχωροῦμε, νὰ ἀγαποῦμε καὶ νὰ εἴμαστε ἑνωμένοι μὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους.
Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε προσφέρουμε τὰ Δῶρα μας στὸ Θεό, τὸν Ἄρτο καὶ τὸν Οἶνο, προσευχόμενοι γιὰ ζῶντες καὶ κεκοιμημένους ἀδελφούς μας. Ἡ μνημόνευση τῶν ὀνομάτων τῶν ζώντων καὶ κεκοιμημένων προσώπων (ἀνάγνωση τῶν «Διπτύχων») εἶναι ἔργο πολὺ σημαντικὸ καὶ ἱερό, ποὺ θεσμοθετήθηκε ἀπὸ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους καὶ ἐπιτελεῖται ἀδιάλειπτα μέσα στοὺς αἰῶνες.

Τό Ἱερό Σαρανταλείτουργο


Το Ιερό Σαρανταλείτουργο, κατά την διάρκεια της νηστείας των Χριστουγέννων, υπέρ υγείας ζώντων και υπέρ αναπαύσεως των κεκοιμημένων αδελφών μας.
Στο υπέροχο βιβλίο «Ιωάννης της Κροστάνδης», (έκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου), διαβάζουμε: «Στην Θεία Λειτουργία τελείται το μυστήριο τής αγάπης. Και ή αγάπη στην ουσία της είναι μεταδοτική. Ή αγάπη, ιδιαίτερα ή θεία, σπεύδει να σκορπίσει το φώς της, την χαρά της όλους… Και συμπληρώνει: ώ αγάπη τελειότατη! ώ αγάπη, πού τα πάντα αγκαλιάζεις! Ώ αγάπη ισχυρότατη! Τί να προσφέρουμε σαν ευγνωμοσύνη στον Θεό για την αγάπη Του προς εμάς; Ή αγάπη αυτή βρίσκεται στην θυσία τού Χριστού, πού προσφέρεται για την άπελευθέρωσι όλων από κάθε κακία…».
Και ό μακαριστός π. Παΐσιος, σχετικά με την ανάγκη προσευχής για τούς κεκοιμημένους, έλεγε: «…να αφήνετε μέρος τής προσευχής σας για τούς κεκοιμημένους. Οι πεθαμένοι δεν μπορούν να κάνουν τίποτα (για τούς εαυτούς τους). Οι ζωντανοί μπορούν… Να πηγαίνετε στην εκκλησία λειτουργία, δηλαδή πρόσφορο, και να δίνετε το όνομα τού κεκοιμημένου, να μνημονευθή από τον ιερέα στην προσκομιδή. Επίσης, να κάνετε μνημόσυνα και τρισάγια. Σκέτο το τρισάγιο, χωρίς Θεία Λειτουργία, είναι ελάχιστο.
Το μέγιστο, πού μπορούμε να κάνουμε για κάποιον, είναι το Σαράντα-Λείτουργο. Καλό θα είναι να συνοδευθή και με ελεημοσύνη. Αν έχεις ένα νεκρό, ό όποιος έχει παρρησία στον Θεό, και τού ανάψεις ένα κερί, αυτός έχει υποχρέωση να προσευχηθεί για σένα στον Θεό.
Αν πάλι, έχεις ένα νεκρό, ό όποιος νομίζεις ότι δεν έχει παρρησία στον Θεό, τότε, όταν τού ανάβεις ένα αγνό κερί, είναι σαν να δίνης ένα αναψυκτικό σε κάποιον πού καίγεται (από δίψα). Οι άγιοι δέχονται ευχαρίστως την προσφορά του κεριού και είναι υποχρεωμένοι να προσευχηθούν γι’ αυτόν πού το ανάβει. Ο Θεός ευχαρίστως το δέχεται…». (Μαρτυρίες προσκυνητών, Ζουρνατζόγλου Νικ.)
Για την ωφέλεια από τα Ιερά Σαρανταλείτουργα και τα μνημόσυνα, αξιομνημόνευτο είναι και το περιστατικό πού ακολουθεί από το βιβλίο «Θαύματα και αποκαλύψεις από την Θεία Λειτουργία», (έκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου).
«Κάποιος άρχοντας από την Νικομήδεια αρρώστησε βαριά και, βλέποντας πώς πλησιάζει στον θάνατο, κάλεσε την γυναίκα του για να τής εκφράσει τις τελευταίες του επιθυμίες: Την περιουσία μου να την μοιράσεις στους φτωχούς και τα ορφανά. Τούς δούλους να τούς ελευθερώσεις. Αλλά στους ιερείς δεν θέλω να δώσεις χρήματα για λειτουργίες. Σ’ αυτή του την μεγάλη θλίψη ό ετοιμοθάνατος επικαλέστηκε με πίστη την ευχή τού άββά Ησαΐα, ενός άγιου μοναχού πού ασκήτευε κοντά στην Νικομήδεια, και αμέσως -ώ τού θαύματος!- έγινε καλά. Σηκώθηκε λοιπόν και πασίχαρος έτρεξε στον όσιο. Εκείνος τον καλοδέχτηκε, δοξάζοντας τον Θεό για το μεγάλο θαύμα.
-Θυμάσαι, παιδί μου, τον ρώτησε, ποιά ώρα συνήλθες από την αρρώστια;
-Την ώρα πού επικαλέστηκα την ευχή σου, απάντησε εκείνος. Ό όσιος, με τον φωτισμένο του νου, γνώριζε τί είχε λεχθεί στην διάρκεια τής αρρώστιας του και ξαναρώτησε:
-Άφησες, παιδί μου, χρήματα στους ιερείς, να λειτουργούν για την σωτηρία τής ψυχής σου;
-Όχι, γέροντα. Τί θα είχα να ωφεληθώ άν άφηνα κάτι; Δεν θα πήγαινε χαμένο;
-Μην το λες αυτό.
Ό άδελφόθεος Ιάκωβος γράφει: «Ασθενεί τις έν ύμίν; προσκαλεσάσθω τούς πρεσβυτέρους της εκκλησίας, και προσευξάσθωσαν έπ’ αυτόν άλείψαντες αυτόν έλαίω έν το ονόματι του Κυρίου και ή ευχή της πίστεως σώσει τον κάμνοντα, και έγερεί αυτόν ό Κύριος· καν αμαρτίας ή πεποιηκώς, άφεθήσεται αύτώ». Να λοιπόν πού οι ευχές των ιερέων είναι αποτελεσματικές, για όποιον τις ζητάει με πίστη. Δώσε τώρα κι εσύ ένα ποσό, για λειτουργίες, και θα λάβεις από τον Θεό την πρέπουσα πληροφορία.
Έτσι κι έκανε. Έδωσε χρήματα σ’ έναν ιερέα για να του κάνει σαρανταλείτουργο, και γύρισε στον σπίτι του. Όταν συμπληρώθηκαν οι λειτουργίες, μετά από σαράντα μέρες, κι ενώ σηκωνόταν από τον ύπνο, βλέπει ξαφνικά ν’ ανοίγουν οι πόρτες του σπιτιού του και να μπαίνουν σαράντα άνδρες έφιπποι, λαμπροί και αγγελόμορφοι, είκοσι από δεξιά και είκοσι από αριστερά. -Κύριοι μου, φώναξε έκπληκτος ό άρχοντας, πώς μπήκατε σε σπίτι ανθρώπου αμαρτωλού;
-Εμείς οι σαράντα, πού βλέπεις, του απάντησαν εκείνοι, αντιπροσωπεύουμε τις λειτουργίες πού έγιναν για σένα στον φιλάνθρωπο Θεό. Μάς έστειλε Εκείνος, για να σε συνοδεύσουμε μέχρι την εκκλησίας. Πήγαινε μέσα χαρούμενος, χωρίς δισταγμό. Να, με τα πρεσβυτικά χέρια συμπληρώθηκαν οι σαράντα λειτουργίες, πού έγιναν για να ενωθεί ό Χριστός μαζί σου και να κατοικήσει στην καρδιά σου.
Ύστερα από αυτά, ό άρχοντας μοίρασε την περιουσία του σε ευλαβείς ιερείς, για να γίνουν λειτουργίες «υπέρ αφέσεως των αμαρτιών αυτού», διακηρύσσοντας πώς οι θείες λειτουργίες και οι αγαθοεργίες μπορούν να ανεβάσουν την ψυχή του ανθρώπου από τα καταχθόνια στα επουράνια.
Εἶναι ἡ μέγιστη καὶ πιὸ ἰσχυρὴ προσευχή καθὼς ἀποτελεῖ συμμετοχὴ στὴν προσευχὴ καὶ τὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων διδάσκει σχετικά: «Μέγιστη ὠφέλεια πιστεύουμε ὅτι θὰ λάβουν αὐτοί, γιὰ τοὺς ὁποίους δεόμαστε κατὰ τὴν ἁγία καὶ φοβερὴ θυσία τῆς Θείας Λειτουργίας, ἀκόμα κι ἂν εἶναι ἁμαρτωλοί, ἀφοῦ Χριστὸν ἐσφαγιασμένον ὑπὲρ τῶν ἡμετέρων ἁμαρτημάτων προσφέρομεν ἐξιλεούμενοι ὑπὲρ αὐτῶν τε καὶ ἡμῶν τὸν φιλάνθρωπον Θεόν». Καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Δὲν νομοθέτησαν τυχαία οἱ Ἀπόστολοι νὰ μνημονεύουμε κατὰ τὰ φρικτὰ μυστήρια (Θεία Λειτουργία) τοὺς κεκοιμημενούς. Γνωρίζουν ὅτι εἶναι πολὺ μεγάλη ἡ ὠφέλεια γι’ αὐτούς».
Ἡ ἐμπειρία μαρτυρεῖ γιὰ τὴ δύναμη αὐτῆς τῆς προσευχῆς, ποὺ δὲν εἶναι «ἀτομικὴ προσευχὴ» ἀλλὰ ἡ προσευχὴ ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας.


Σαρανταλείτουργο « υπέρ αναπαύσεως»


Ο ΓΕΡΟ-ΔΑΝΙΗΛ ο αγιορείτης (1929), ο σοφός ησυχαστής των Κατουνακίων, έχει καταχωρισμένο ατά χειρόγραφά του και το ακόλουθο περιστατικό, πού συνέβη το 1869 στην πατρίδα του, τη Σμύρνη.
Κάποιος ενάρετος χριστιανός κάλεσε στα τελευταία της ζωής του τον πνευματικό του παπα-Δημήτρη και του είπε:
Εγώ σήμερα πεθαίνω. Πες μου, σε παρακαλώ, τι πρέπει νά κάνω την κρίσιμη τούτη ώρα;
Ό ιερέας, γνωρίζοντας την αρετή του και τη μυστηριακή προετοιμασία του, του πρότεινε το έξης:
Δώσε εντολή νά σου κάνουν μετά το θάνατό σου τακτικό σαρανταλείτουργο σ' ένα εξωκλήσι.
'Έτσι κι έγινε. Ό κυρ-Δημήτρης - αυτό ήταν το όνομά του - άφησε εντολή στο γιο του νά κάνει μετά την κοίμησή του σαρανταλείτουργο.
Κι εκείνος, υπακούοντας στην τελευταία επιθυμία του καλού του πατέρα, ανέθεσε χωρίς καθυστέρηση την εκτέλεση της στον παπα-Δημήτρη.
Ο σεμνός λευίτης δέχτηκε νά κάνει το σαρανταλείτουργο, πού ο ίδιος είχε προτείνει στο μακαρίτη, και αποσύρθηκε για όλο αυτό το διάστημα στο εξωκλήσι των άγίων Αποστόλων.
Οι τριάντα εννέα λειτουργίες έγιναν απρόσκοπτα. Η τελευταία έπρεπε νά γίνει ήμέρα Κυριακή.
Το βράδυ όμως του Σαββάτου πιάνει τον παπά ένας δυνατός πονόδοντος και τον αναγκάζει νά επιστρέψει ατό σπίτι του.
Η πρεσβυτέρα του πρότεινε νά βγάλει το δόντι, μα εκείνος αρνήθηκε, γιατί έπρεπε την επόμενη νά τελέσει την τελευταία λειτουργία. Τα μεσάνυχτα ο πόνος κορυφώθηκε, και τελικά ο παπάς αναγκάστηκε νά βγάλει το δόντι.
Επειδή όμως παρουσιάστηκε αιμορραγία, ανέβαλε την τελευταία λειτουργία για τη Δευτέρα.
Στο μεταξύ, το απόγευμα του Σαββάτου, ο Γεώργιος, ο γιος του μακαριστού Δημητρίου, ετοίμασε μερικά χρήματα για τον κόπο του ιερέα, με σκοπό νά του τα δώσει την επόμενη μέρα.
Τα μεσάνυχτα ξύπνησε για νά προσευχηθεί. Ανακάθισε στο κρεβάτι κι άρχισε νά φέρνει ατό νου του τις αρετές, τα χαρίσματα και τα σοφά λόγια του πατέρα του. Κάποια στιγμή πέρασε απ' το μυαλό του ή ακόλουθη σκέψη: "Άραγε ωφελούν τα σαρανταλείτουργα τις ψυχές των κεκοιμημένων, ἢ τα καθιέρωσε ή εκκλησία για παρηγοριά των ζώντων;"
Τότε ακριβώς τον πήρε ένας ελαφρός ύπνος, και είδε πώς βρέθηκε σε μια πεδιάδα με ομορφιά απερίγραπτη. "Ένιωθε ανάξιο τον εαυτό του νά βρίσκεται σε τέτοιον ιερό και παραδεισένιο χώρο. Μπροστά του απλωνόταν ένα απέραντο και κατάφυτο περιβόλι, πού μοσχοβολούσε με μίαν ανέκφραστη ευωδία.
Αυτός οπωσδήποτε θα είναι ο παράδεισος!", μονολόγησε. "Ω, τι μακαριότητα περιμένει όσους ζουν ενάρετα στη γη!"
Εξετάζόντας έκπληκτος τα υπερκόσμια κάλλη, είδε ένα λαμπρό ανάκτορο με έξοχη αρχιτεκτονική χάρη, ενώ οι τοίχοι του έλαμπαν απ' τα διαμάντια και το χρυσάφι. "Η αμορφία του ήταν ανέκφραστη.
Πλησιάζει πιο κοντά, και τότε - τι χαρά! - βλέπει στην πόρτα του παλατιού τον πατέρα του ολοφώτεινο και λαμπροφορεμένο.
Πώς βρέθηκες εδώ, παιδί μου; τον ρωτάει με πραότητα και στοργή. Ούτε κι εγώ ξέρω, πατέρα.
Καταλαβαίνω πώς δεν είμαι άξιος γι' αυτόν τον τόπο. 'Αλλά πες μου, πως τα περνάς εδώ; πως ήρθες;
Τίνος είναι αυτό το παλάτι;
Ή φιλανθρωπία του ΣΩΤΗΡΟΣ Χριστού με τις πρεσβείες της Παναγίας, πού της είχα ιδιαίτερη ευλάβεια, με αξίωσε νά καταταχθώ σ' αυτό το μέρος. "Ήταν μάλιστα νά μπω σήμερα μέσα στο παλάτι ο οικοδόμος όμως, πού το χτίζει, πέρασε μία ταλαιπωρία- έβγαλε απόψε το δόντι του - κι έτσι δεν τέλειωσαν οι σαράντα μέρες της οικοδομής του. Για το λόγο αυτό θα μπω αύριο.
'Ύστερα απ' αυτά ο Γεώργιος ξύπνησε δακρυσμένος και έκπληκτος, αλλά και με απορίες.
Πέρασε την υπόλοιπη νύχτα αναπέμποντας αίνους και δοξολογίες ατό Θεό. το πρωί, μετά τη θεία λειτουργία, πήρε πρόσφορα, νάμα και αγνό κερί και ξεκίνησε για το εξωκλήσι των άγίων Απόστολων. ο παπα-Δημήτρης τον υποδέχθηκε με χαρά:
Τώρα μόλις τελείωσα κι εγώ τη θεία λειτουργία. 'Έτσι ολοκληρώθηκε το σαρανταλείτουργο. Αυτό το είπε για νά Μην τον λυπήσει.
Ο επισκέπτης τότε του διηγήθηκε το νυχτερινό του δράμα.
Όταν έφτασε στο σημείο πού ο πατέρας του δεν μπήκε στο παλάτι, γιατί ο οικοδόμος έβγαλε το δόντι του, ο παπα-Δημήτρης ένιωσε φρίκη, αλλά και θαυμασμό.
Εγώ είμαι, αγαπητέ μου, ο οικοδόμος πού εργάστηκε στην οικοδομή του παλατιού, είπε με χαρά.
Σήμερα δεν λειτούργησα, γιατί έβγαλα το δόντι μου. θα λειτουργήσω όμως τη Δευτέρα, κι έτσι θα ολοκληρώσω το πνευματικό παλάτι του πατέρα σου.
                                                                               Θαύματα και αποκαλύψεις από τη Θεία Λειτουργία
                                                                                     (Έκδοση Ιεράς Μονής Παρακλήτου Αττικής)

Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2016

Άγιος Φίλιππος ο Απόστολος

Ημερομηνία εορτής: 14/11/2016

Τύπος εορτής: Σταθερή. Εορτάζει στις 14 Νοεμβρίου εκάστου έτους.

Ιερά Λείψανα: Μία παλάμη του Αγίου βρίσκεται στη Μονή Κύκκου Κύπρου.
Ένας δάκτυλος του Αγίου βρίσκεται στη Μονή Νεάμτς Ρουμανίας.
Μέρος των Λειψάνων του Αγίου βρίσκονται στη ρωμαιοκαθολική Βασιλική των Αγίων Αποστόλων Ρώμης.
Αποτμήματα του Ιερού Λειψάνου του Αγίου βρίσκονται στις Μονές Διονυσίου και Ξενοφώντος Αγίου Όρους.
 
Άγιος Φίλιππος ήταν ένας από τους δώδεκα μαθητές του Κυρίου. Καταγόταν από τη Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας, απ' όπου και ο Ανδρέας με τον Πέτρο. Τον κάλεσε μαθητή Του ο ίδιος ο Κύριος, και κατόπιν ο Φίλιππος έφερε στον Κύριο το Ναθαναήλ. Παραθέτουμε ορισμένα χωρία της Καινής Διαθήκης, στα οποία ο άναγνώστης μπορεί να μάθει περισσότερα για το Φίλιππο, σχετικά με τη ζωή του κοντά στο Χριστό: Ματθ. ι' -3, Μάρκ. γ' -18, Λουκ. στ' -14, Ιωάν. α' 44-49, Ιωάν. ιβ' 20-23, Πράξ. α' 13. Αξίζει, όμως, να αναφέρουμε ένα διάλογο ( Ευαγγέλιο Ιωάννου, ιδ') που είχε ο Φίλιππος με τον Κύριο, όπου δίνει αφορμή στον Κύριο να φανερώσει ο ίδιος ότι είναι ομοούσιος με τον Πατέρα Θεό.

Είπε λοιπόν ο Φίλιππος: «Κύριε, δεῖξον ἡμῖν τὸν πατέρα καὶ ἀρκεῖ ἡμῖν» (Κύριε, αποκάλυψε μας, δείξε μας τον Πατέρα, και αυτό μας αρκεί).

Και ο Κύριος μεταξύ άλλων του απάντησε: «Οὐ πιστεύεις ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοί ἐστι; τὰ ῥήματα ἃ ἐγὼ λαλῶ ὑμῖν, ἀπ᾿ ἑμαυτοῦ οὐ λαλῶ· ὁ δὲ πατὴρ ὁ ἐν ἐμοὶ μένων αὐτὸς ποιεῖ τὰ ἔργα» (Δεν πιστεύεις, Φίλιππε, ότι εγώ είμαι αχώριστα συνδεδεμένος με τον Πατέρα, ώστε εγώ να είμαι και να μένω μέσα στον Πατέρα και ο Πατέρας να είναι και να μένει μέσα μου; Είμαι δε τόσο πολύ ενωμένος, ώστε αυτά πού σας διδάσκω δεν είναι από τον εαυτό μου. Άλλα ο Πατέρας μου πού μένει μέσα μου, αυτός ενεργεί τα υπερφυσικά έργα). 

Η παράδοση αναφέρει ότι ο Φίλιππος κήρυξε το Ευαγγέλιο στους Πάρθους και πέθανε μαρτυρικά στην Ιεράπολη της Συρίας. 

Το σεπτό σκήνωμα του αποστόλου για πολλά χρόνια στόλισε τον ιερό ναό που είχε κτισθεί στην Ιεράπολη προς τιμή του αγίου. Η δε αγία κάρα του τιμήθηκε από διάφορους αυτοκράτορες, όπως τον Θεοδόσιο, τον Ηράκλειο και άλλους με τις βασιλικές σφραγίδες τους. Μετά την άλωση της Βασιλίδος των πόλεων από τους Λατίνους κατά το 1204 μ.Χ. το σεπτό λείψανο μεταφέρθηκε στην Κύπρο και για πολλά χρόνια φυλασσόταν στο χωριό Άρσος (Αρσινόη της Πάφου) στον ιερό ναό που κτίστηκε εκεί προς τιμή του αποστόλου. Αργότερα ένα μέρος των λειψάνων για ευλογία διανεμήθηκε σε διάφορα μέρη. Η θήκη δε με την ιερή κάρα προ του 1788 μ.Χ. για μεγαλύτερη ασφάλεια μετακομίσθηκε στην Ιερά Μονή του Σταυρού στο Όμοδος και εκεί φυλάσσεται μέχρι σήμερα.

Παρασκευή 22 Απριλίου 2016

Μεγάλη Εβδομας

ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ
Ή ανάσταση του Λαζάρου είναι το μεγαλύτερο θαύμα πού έκανε ο Χριστός πριν από την Ανάσταση Του. Γνωρίζοντας τις εξελίξεις ο Χριστός καθυστέρησε τη μετάβαση Του στη Βηθανία και όταν έφθασε, οι αδελφές του Λαζάρου Μάρθα και Μαρία, Τον οδήγησαν στον τάφο. Εκεί έδάκρυσε και «διέταξε» τους παριστάμενους να αφαιρέσουν το λίθο πού κάλυπτε τον τάφο. Μετά εκραύγασε με φωνή μεγάλη: «Λάζαρε, δεύρο έξω». Και ο νεκρός πού τέσσερις ημέρες ήταν στον τάφο και εμύριζε, άρχισε να περπατά! Το θαύμα έγινε, αφού προηγήθηκε ή ενέργεια του ανθρώπου (ή αφαίρεση του λίθου, ή οποία μπορούσε να γίνει άνετα από τον Χριστό, ενώ πλησίαζε τον τάφο). Όμως, έτσι θέλησε και έτσι πάντοτε θέλει ο Θεός. Οι άνθρωποι να κάνουμε τα ανθρώπινα (ο,τι πρέπει και φυσικά, πάντοτε εντός των δυνατοτήτων μας) οπότε ο Θεός, κάνει τα θεϊκά. Ούτε εμείς μπορούμε να κάνουμε τα θεϊκά (τα υπεράνω των δυνάμεων μας) - ματαιοπονούμε, ούτε ο Θεός κάνει τα ανθρώπινα, αυτά πού εμείς πρέπει να κάνουμε φανερώνοντας την προαίρεση μας. Ό Λάζαρος για το φθόνο των αρχόντων φυγαδεύτηκε στην Κύπρο όπου έζησε ως Επίσκοπος αλλά 30 χρόνια. Όταν το 63 μ.Χ. απέθανε για δεύτερη φορά, στον τάφο του πού βρίσκεται στον ομώνυμο Ναό της Λάρνακας ανέγραψαν: «Λάζαρος ο τετραήμερος καί φίλος του Χριστού». Το Σάββατο αυτό είναι το μοναδικό αναστάσιμο! Ή ακολουθία περιλαμβάνει αναστάσιμα ευλογητάρια, το «Άνάστασιν Χριστού θεασάμενοι», πρίν από τον Ν' Ψαλμό και στην απόλυση, το «Ό Άναστάς έκ νεκρών, Χριστός...». Επίσης δεν ψάλλονται ούτε Μαρτυρικά ούτε Θεοτόκια. Μνημόσυνα δεν τελούνται από σήμερα (Σάββατο του Λαζάρου) μέχρι Κυριακής του Θωμά.

ΕΚΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ – ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ
Μετά την ανάσταση του Λαζάρου, ό Χριστός απομακρύνθηκε πάλι στον Ιορδάνη ποταμό, για να μην τον συλλάβουν οι Αρχιερείς πού σχεδίαζαν το θάνατο του. Έξι ήμερες πριν από το Εβραϊκό Πάσχα, επέστρεψε στη Βηθανία, όπου στο γεύμα πού προσέφερε ή οικογένεια του Λαζάρου, ή αδελφή του Μαρία άλειψε τα πόδια του Ιησού με μύρο και την επομένη (Κυριακή των Βαΐων) εισήλθε στα Ιεροσόλυμα καθήμενος «επί πώλου όνου». Τότε ο λαός έστρωνε στη γη βάγια (όπως κάνουν στους θριαμβευτές), επειδή Τον θεωρούσαν επίγειο βασιλέα (πού θα τους ελευθέρωνε από το Ρωμαϊκό ζυγό) και Τον υποδέχθηκαν με την κραυγή: «Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου, ο Βασιλεύς του Ισραήλ». Από την υποδοχή αύτη σείστηκε και χάρηκε ή Σιών, ενώ σήμερα χαίρεται και εορτάζει ή νέα Σιών, ό νέος Ισραήλ δηλαδή όλοι εμείς, γιατί έρχεται ο Κύριος νικητής του θανάτου προδηλώνοντας τη δική Του και τη δική μας ανάσταση. Στους Ί. Ναούς μοιράζονται στο λαό βάϊα, δάφνες η κλαδιά ελαίων. Τα βάϊα, δηλ. τα απαλά κλαδιά των φοινίκων, εσήμαιναν τη νίκη του Χριστού κατά του διαβόλου και του θανάτου. Το «Ωσαννά» ερμηνεύεται «σώσε με, παρακαλώ» και το πωλάριον της όνου, ζώο αδάμαστο και ακάθαρτο, κατά το Μωσαϊκό Νόμο, με το κάθισμα του Χριστού σ' αυτό, εσήμαινε την πρώην ακαθαρσία και αγριότητα των εθνών και την υποταγή τους μετά από αυτά στον Ευαγγελικό Νόμο.

ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ
Όνομάζεται Μεγάλη, όχι διότι έχει περισσότερες ήμερες ή ώρες, αλλά διότι μεγάλα είναι τα γεγονότα πού εορτάζουμε και διότι απερίγραπτες υπήρξαν οι ωφέλειες τις όποιες έλάβαμε αυτή την εβδομάδα: σταμάτησε ο πόλεμος του ανθρώπου προς τον Θεό, καταργήθηκε ο θάνατος και ή εξουσία του Διαβόλου, εξαφανίστηκε ή κατάρα και έγινε ή συμφιλίωση του Θεού με τους ανθρώπους. Όλα τα ανωτέρω εξυμνούνται με θαυμάσιους ύμνους, «οι όποιοι ομοιάζουν ωσάν να μεταβαίνουμε από άσματα σε άσματα ασμάτων, από τα ιερά στα άγια των αγίων και από τον πρώτο ουρανό, όχι στο δεύτερο, αλλά στον τρίτο και υψηλότατο ουρανό, σ' αυτά τα Λόγια του Θεού». Οι ακολουθίες της Μεγ. Εβδομάδας είναι πρωινές, δηλ. είναι ο Όρθρος κάθε ημέρας. Για να μπορεί όμως ο λαός να τις παρακολουθήσει, «κατ' οίκονομίαν» ψάλλονται το απόγευμα της προηγουμένης. Δηλ. το απόγευμα της Κυριακής των Βαΐων ψάλλεται ό Όρθρος της Μ. Δευτέρας, απόγευμα της Μ. Δευτέρας, ψάλλεται ό Όρθρος της Μ. Τρίτης κ.ο.κ. (το πρωί ψάλλονται οι Ώρες και ο Εσπερινός της επομένης). 

ΜΕΓΑΛΗ ΔΕΥΤΕΡΑ       (Κυριακή Βαΐων Εσπέρα)
Την ήμερα αυτή επιτελούμε ανάμνηση δύο γεγονότων. Πρώτον, του ενάρετου Ιωσήφ (υιού του Ιακώβ και δισέγγονου του Αβραάμ), ο οποίος είναι τύπος του Χριστού. Και οι δύο φθονήθηκαν, πωλήθηκαν, καταβιβάστηκαν σε λάκκο - τάφο, βασανίστηκαν, δοξάσθηκαν (ως πρωθυπουργός του Φαραώ - ως Άναστάς Κύριος) και έθρεψαν το λαό (με το φυλαγμένο σιτάρι - με τον Άρτο της ζωής, το Πανάγιο Σώμα Του). Δεύτερον, της ακάρπου συκής, την οποία καταράστηκε ό Κύριος, για να δείξει το τέλος της άκαρπης εβραϊκής Συναγωγής, αλλά και τη μοίρα όλων αυτών πού δεν παρουσιάζουν πνευματικούς καρπούς. Ή υμνολογία της ημέρας μας προτρέπει σε αγώνες για απόκτηση αρετών. Επειδή το πρώτο τροπάριο πού ψάλλεται την ήμερα αύτη και επαναλαμβάνεται τις δυο επόμενες ημέρες είναι το κατανυκτικότατο: «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός...», εμπνευσμένο από την παραβολή των δέκα Παρθένων, γι' αυτό οι Ακολουθίες της Μεγ. Δευτέρας, Τρίτης και Τετάρτης λέγονται «Ακολουθίες του Νυμφίου». Πρόκειται για το γνωστό τροπάριο πού καθημερινά το αναγιγνώσκουμε στην πρωινή μας προσευχή, το Μεσονυκτικό.

ΜΕΓΑΛΗ ΤΡΙΤΗ (Μεγάλη Δευτέρα Εσπέρας)
Τη Μεγ. Τρίτη επιτελούμε ανάμνηση: Πρώτον, της παραβολής των δέκα Παρθένων, καλούμενοι και εμείς να υποδεχθούμε τον Χριστό με λαμπάδες αρετών (ιδιαιτέρως της ελεημοσύνης) και δεύτερον, της παραβολής των Ταλάντων καλούμενοι και εμείς ν' αυξήσουμε τα χαρίσματα μας. Τ' ανωτέρω μας τα θυμίζει ή Εκκλησία μας με τους ύμνους της ημέρας, διότι ο Χριστός θα έλθει αιφνίδια είτε, ειδικά, τη στιγμή του θανάτου μας, είτε, γενικά, στη Δευτέρα Παρουσία Του. Και θα μας ζητήσει να Του παρουσίασουμε την πρόοδο μας, έστω και μικρή (στην παραβολή των Ταλάντων κατεδίκασε τον τρίτο δούλο, διότι δεν παρουσίασε αύξηση του ενός ταλάντου του - παρ' ότι, σύμφωνα με τους Πατέρες, αυτός κατά τα άλλα ήταν τη ρητής του Νόμου). Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε τις πέντε μωρές παρθένες, οι οποίες έχασαν τον Παράδεισο παρά τη «θρησκευτικότητα» τους... Αυτό σημαίνει ότι ή απλή εκτέλεση των καθηκόντων μας χωρίς βαθύτερη βίωση της πίστεως μας ή ή «ενεργοποίηση» της θρησκευτικότητας μας ορισμένες μόνο ώρες του 24ώρου, ενδεχομένως να μην θεωρηθούν αρκετά, για να προσελκύουν το έλεος του Κυρίου και τη χάρη Του.

ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ (Μεγάλη Τρίτη Εσπέρας)
Την ημέρα αυτή επιτελούμε ανάμνηση τριών γεγονότων: α. Της άλείψεως του Κυρίου από γυναίκα πόρνη με μύρο τριακοσίων δηναρίων (τότε το μεροκάματο ήταν ένα δηνάριο). β. Της συγκλήσεως του Συνεδρίου των Ιουδαίων για καταδίκη του Χριστού και γ. Της αναχωρήσεως του Ιούδα προς τους Αρχιερείς με τους οποίους συμφώνησε την προδοσία, (γι' αυτήν καθιερώθηκε από τους Αποστολικούς χρόνους ή νηστεία της Τετάρτης). Στο τέλος της ακολουθίας ψάλλεται και το περίφημο «Τροπάριο της Κασσιανής», της ευσεβούς και λογίας αυτής υμνογράφου του Βυζαντίου, την οποία οι ευφάνταστοι μυθιστοριογράφοι παρουσίασαν ως πόρνη. Πόρνη δεν ήταν ή Κασσιανή, ή ποιήτρια, αλλά ή ήρωΐδα του ποιήματος της, ή γυναίκα δηλ. πού άλειψε με μύρα τον Κύριο. Το απόγευμα της Μεγ. Τετάρτης (πριν από την ακολουθία του Νυμφίου) τελείται στους Ί. Ναούς και το Ιερό Ευχέλαιο. 

ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ        (Μεγ. Τετάρτη Εσπέρας)
Τη Μεγ. Πέμπτη επιτελούμε ανάμνηση: α. Της νίψεως των ποδών των Αποστόλων από τον Κύριο. β. Του Μυστικού Δείπνου. γ. Της θαυμαστής προσευχής του Κυρίου προς τον Πατέρα Του, και δ. Της προδοσίας του Κυρίου από το μαθητή Του Ιούδα. Το βράδυ αυτό τελείται ο Μυστικός Δείπνος, από τον όποιο φεύγει ο Ιούδας για την προδοσία, και ο Χριστός νίπτει τα πόδια των Μαθητών Του. Ακολούθως μεταβαίνουν στην κοιλάδα των Κέδρων, όπου, μετά την Αρχιερατική Προσευχή, καταφθάνει ο Ιούδας με τη συνοδεία του και με φίλημα Τον προδίδει. Κατόπιν ο Ιησούς φέρεται στους Αρχιερείς Άννα και Καϊάφα, οι Μαθητές σκορπίζονται, πλην του Ιωάννου και Πέτρου, ο όποιος όμως Τον αρνείται τρίς. Στο Συνέδριο καταδικάζεται επειδή ομολογεί ότι είναι ο Χριστός και στη συνέχεια εμπαίζεται ποικιλοτρόπως. Τη Μεγ. Πέμπτη τελείται ή Θεία Λειτουργία σ' ανάμνηση της πρώτης Λειτουργίας, ή όποια παραδόθηκε το εσπέρας της ημέρας αυτής από τον Κύριο στο Υπερώο της Ιερουσαλήμ. Τελείται λοιπόν ή Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου, διότι αυτή συνάπτεται σε Εσπερινό και γίνεται το πρωί της Μ. Πέμπτης αντί το εσπέρας, επειδή το απόγευμα θα γίνει ο Όρθρος της Μ. Παρασκευής.

ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ (Μεγάλη Πέμπτη Εσπέρας)
Την ήμερα αυτή επιτελούμε ανάμνηση των Παθών του Κυρίου, δηλ. των εμπτυσμών, των ραπισμάτων, των ύβρεων κ.λπ. και κυρίως της σταυρώσεως και του φρικτού θανάτου Του. Επίσης την ομολογία του Ληστού πού έκανε στο σταυρό, ότι ό Κύριος είναι Βασιλεύς ουράνιος και την παράκλησή του να τον θυμηθεί στη Βασιλεία Του. Είναι ή ήμερα της άκρας ταπεινώσεως και της υπέρτατης θυσίας, διότι δέσμιος ο Χριστός ανακρίνεται ως κακούργος όλη τη νύκτα μεταξύ Πέμπτης και Παρασκευής, καταδικάζεται ο Αθώος και κατά την έκτη ώρα (δηλ. κατά τη 12η μεσημβρινή), ανάμεσα σε δύο ληστές σταυρώνεται. Την ενάτη ώρα (3 το μεσημέρι), αφού εφώναξε το «Τετέλεσται», εκπνέει «ο Αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου». Ακολουθεί ή άποκαθήλωση καί ή ταφή πρίν τη δύση του ηλίου «εν καινώ μνημείω». Σήμερα διαβάζονται οί δώδεκα σχετικές με το Πάθος του Κυρίου περικοπές, από τις περιγραφές των τεσσάρων Ευαγγελιστών (τα λεγόμενα δώδεκα Ευαγγέλια). Μεταξύ πέμπτου και έκτου Ευαγγελίου, λιτανεύεται εντός του Ναού ό Εσταυρωμένος και τοποθετείται στο μέσο για προσκύνηση. Το πρωί της Παρασκευής διαβάζονται οι «Μεγάλες Ώρες» Α', Γ', ΣΤ' και Θ' (λέγονται μεγάλες λόγω διαρκείας και διότι αναφέρονται σε μεγάλα γεγονότα). Αμέσως μετά τις Ώρες ακολουθεί ό Μεγάλος Εσπερινός στον οποίο διαβάζεται Ευαγγέλιο, κατά τη διάρκεια του οποίου γίνεται ή Άποκαθήλωση του Εσταυρωμένου. Μετά από λίγο τοποθετείται επάνω στο ιερό Κουβούκλιο, (αυτό πού μοιάζει με κενοτάφιο), ένα ύφασμα, πάνω στο οποίο είναι ζωγραφισμένος ή κεντημένος ο Κύριος ως νεκρός αυτό το ύφασμα λέγεται «Επιτάφιος». Όλα αυτά, αναγνώσματα, ψαλμωδίες και λοιπά τελούμενα, δεν αποτελούν μία ανάμνηση ή ένα θέατρο. Όχι. Είναι κάτι πολύ περισσότερο: Είναι μία πραγματική παρουσία όλων αυτών των γεγονότων μία μεταφορά του παρελθόντος στο παρόν και αντιστρόφως, του παρόντος στο παρελθόν. Είναι ένα Μυστήριο αναβιώνει τα γεγονότα για τον καθένα μας, ώστε να τα ζήσουμε προσωπικά... Οι Ιερείς σήμερα δε λειτουργούν τη Θυσία, τη Θεία Λειτουργία, διότι έχει τελεστεί από τον Μέγα Αρχιερέα επάνω στο Σταυρό με τη Σταύρωσή Του. Και ή Εκκλησία αναβιώνει τη θυσία του Κυρίου και είναι σαν να ζει όλη την ήμερα της Μεγ. Παρασκευής τη Λειτουργία αυτή.

ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ (Μεγάλη Παρασκευή Εσπέρας)
Το Μ. Σάββατο επιτελούμε ανάμνηση της ταφής του Σώματος του Χριστού, από το οποίο δε χωρίστηκε ή Θεότητα Του και της καθόδου της Ψυχής Του στον Άδη, ενωμένη και αύτη με την παντοδύναμη Θεότητα Του. Εκεί ένίκησε τον Άδη και ελευθέρωσε τις κρατημένες σ' αυτόν ψυχές (όσες, φυσικά, έπίστευσαν). Σήμερα, Σάββατο, ό Κύριος αναπαύεται, όπως ο Θεός αναπαύθηκε μετά τη Δημιουργία των έξι ήμερων, «τη ήμερα τη εβδόμη». Το Σάββατο αυτό του Νόμου και της Δημιουργίας προετύπωνε το Σάββατο του Κυρίου: Την ανάπαυση Του στον τάφο. «Ύπνοί ή Ζωή», (γι' αυτό κάθε Σάββατο θυμούμεθα τους κεκοιμημένους και τελούμε Μνημόσυνα). Την τρίτη ήμερα ενώθηκε πάλι ή Ψυχή με το Σώμα και ανέστη ο Κύριος έκ νεκρών50. Κατ' αυτό τον τρόπο, ή Ψυχή του Κυρίου νίκησε τον Άδη και το Σώμα νίκησε το θάνατο, επειδή ήταν ενωμένα με τη Θεότητα Του. Στην Ακολουθία της βραδιάς ψάλλονται σε τρεις στάσεις και τα λεγόμενα «Εγκώμια» - μικρά και πολύ αγαπητά τροπάρια αγνώστου ποιητή. Πιθανόν να είναι συνθέσεις, του ιε' αιώνα. Μετά τη Δοξολογία γίνεται έξοδος και περιφορά του «Επιταφίου» με το ιερό Κουβούκλιο. Το Μ. Σάββατο πρωί γίνεται ό Εσπερινός του απογεύματος, δηλ. του Πάσχα, μαζί με τη Θ. Λειτουργία του Μ. Βασιλείου. Έχει αναστάσιμο χαρακτήρα και ο λαός την ονομάζει «πρώτη Ανάσταση». Είναι πάρα πολύ ωραία ακολουθία, λόγω της κοσμοσωτηρίου εορτής του ΠΑΣΧΑ, με 50. Ή τριήμερη ταφή του Κυρίου εξηγείται ως έξης: Πρώτη ήμερα, ή Παρασκευή από 3 μ.μ. μέχρι τη δύση του ηλίου. Δεύτερη ήμερα, το Σάββατο, ολόκληρο 24ωρο. Τρίτη ήμερα, από τη δύση του ηλίου του Σαββάτου μέχρι περίπου τα μεσάνυκτα της Κυριακής. ωραιότατα τροπάρια. Να ένα στιχηρό ίδιόμελο του Εσπερινού:

«Σήμερον ό αδης στενών
βοά Συνέφερέ μοι ει τον έκ
Μαρίας γεννηθέντα μη ύπεδεξάμην
έλθών γαρ έπ' έμέ, το κράτος μου έλυσε
πύλας χαλκάς συνέτριψε ψυχάς ας κατείχον
το πρίν, Θεός ων άνέστησε Δόξα, Κύριε,
τω Σταυρω σου
καί τη αναστάσει σου».
Καί ό προεόρτιος παιάνας χαράς:
«Ανάστα ό Θεός κρίνον την γήν ότι συ κατακληρονομήσεις εν πασι τοις εθνεσι».